Tag Archive | Οικονομία

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΠΛΑΤΕΙΩΝ – ΠΟΙΕΣ ΟΙ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΕΣ ΤΟΥ – ΠΩΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ

Σαν κίνημα των πλατειών αναφέρουμε το μεγαλειώδη ξεσηκωμό που έλαβε χώρα πρώτα στην Ισπανία σαν κίνημα των «Αγανακτισμένων» και που κύριο χαρακτηριστικό του είχε την κατάληψη με σκηνές κεντρικών πλατειών στις περισσότερες πόλεις της χώρας από τον Μάη και για όλο το καλοκαίρι. Κύριο αίτημα του Ισπανικού κινήματος ήταν «Πραγματική Δημοκρατία Τώρα!» που αντανακλούσε την θέληση του λαού να συντρίψει το σάπιο πολιτικό κατεστημένο και να βάλει τέλος στα φαινόμενα διαφθοράς που είχαν συγκλονίσει την χώρα. Ένα αίτημα που αντανακλούσε επίσης και τη διάθεση να γίνει αυτό το κίνημα υπόθεση της πλειοψηφίας του Ισπανικού λαού και να ξεφύγει (αν και βέβαια συνδεόταν άμεσα) από τα καθιερωμένα συνθήματα που χαρακτήριζαν κάθε προοδευτικό χώρο. Από την λεγόμενη «Αριστερά», έως την πραγματική κομμουνιστική αριστερά και τον αναρχικό χώρο.

Στις 25 Μάη πραγματοποιήθηκε στην χώρα μας η 1η συγκέντρωση του κινήματος αυτού. Μία φήμη που διαδόθηκε μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα ότι «οι Ισπανοί είπαν να κάνουν ησυχία για να μην ξυπνήσει η Ελλάδα», σε συνδυασμό με την συμπλήρωση ακριβώς ενός χρόνου από την εφαρμογή σκληρών αντιλαϊκών μέτρων και λιτότητας που επέβαλλε η τρόικα και εφάρμοσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μαζί με το ΛΑΟΣ και ήταν αρκετά για να ξεσηκώσουν μία αρκετά σημαντική μερίδα πολιτών. Η συγκεντρώσεις αυτές είχαν κάτι το ξεχωριστό από όλες τις άλλες συγκεντρώσεις που είχαν (τουλάχιστον την τελευταία 10ετία) πραγματοποιηθεί. Είχαν μία πρωτόγνωρη πολυχρωμία απόψεων. Εμείς θα μελετήσουμε τις συγκεντρώσεις της πλατείας Συντάγματος (ως τις πιο πολυάριθμες και που αποτελούσαν το σημείο αναφοράς αυτών). Οι συγκεντρώσεις αυτές αποτελούνταν από:

– Φασίστες – Ναζιστές (1) που υποστήριζαν ότι «μόνο μία χούντα θα μας σώσει», «οι λαθρομετανάστες φταίνε για όλα», «το Σύνταγμα δίνει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι μόνο στους Έλληνες πολίτες – οι ξένοι δεν έχουν δικαίωμα να έρχονται σε αυτές», «έξω όλα τα κόμματα» κλπ. και ξυλοφόρτωναν καθημερινά τους μετανάστες (μικροπωλητές ή εκείνους που είχαν έρθει να διαδηλώσουν ενάντια στα μέτρα που τους έπλητταν εξίσου, αν όχι περισσότερο). Η κατηγορία αυτή αποτελείτο κυρίως από οπαδούς της ΝΔ, του ΛΑΟΣ και της Χρυσής Αυγής και η συντριπτική της πλειοψηφία ήταν χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και αντίληψης. Δεν συμμετείχαν στις συνελεύσεις και ήταν λιγότεροι από 300 άτομα που όσο περνούσαν οι μέρες όλο και μειώνονταν. Τα ΜΜΕ προσπάθησαν ιδιαίτερα να τους ενισχύσουν και να δημιουργήσουν μία πλαστή εικόνα χιλιάδων φασιστών που διαδηλώνουν έξω από την βουλή. Αυτή τους η προσπάθεια είχε ως στόχους α) να δημιουργήσουν ένα δυναμικό φασιστικό (άρα και ακίνδυνο για το κατεστημένο) μπλοκ που θα επηρέαζε τις εξελίξεις εκεί και β) να αποτρέψουν προοδευτικούς αγωνιστές να έρθουν στο Σύνταγμα και να πολιτικοποιήσουν τις συγκεντρώσεις.

– Δημοκράτες (2) που δεν είχαν καμία επαφή με διαδηλώσεις ποτέ ή για πολλές δεκαετίες. Η συγκεκριμένη κατηγορία ήταν συνήθως πιο ανοικτή στις συζητήσεις με πάρα πολλές όμως ρατσιστικές αντιλήψεις που ήταν αποτέλεσμα της πολύχρονης προσπάθειας εκφασισμού της κοινωνίας μέσω των ΜΜΕ και της αποξένωσης που κατάφερε η αστικοποίηση του πληθυσμού της χώρας τις προηγούμενες δεκαετίες. Ταυτόχρονα, η έκθεσή τους στα ΜΜΕ είχε λειάνει το έδαφος για την αποδοχή και ενστερνισμό απόψεων και θεωριών «συνομωσίας» τύπου Λιακόπουλου και Χαρδαβέλα («μας ψεκάζουν» κλπ). Ήταν από εκείνες τις ομάδες που υποστήριζαν ένθερμα τις διακηρύξεις για «ακομμάτιστες και ειρηνικές συγκεντρώσεις», υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι οι δυνάμεις των ΜΑΤ είναι κομμάτι του λαού και όχι δυνάμεις καταστολής του εργατο-λαϊκού κινήματος. Η απουσία τους από τις προηγούμενες κινητοποιήσεις δημιούργησε ένα αυθόρμητο πολυάριθμο μπλοκ που ήταν παρών σε κάθε συγκέντρωση το οποίο καλούσε τους «άνδρες» των ΜΑΤ να παρατήσουν την θέση τους και να ενωθούν μαζί μας. Στα μπλοκ αυτά συμμετείχαν από απλοί ιερείς, γέροι, μεσήλικες έως και μικρά παιδιά. Η παρουσία τους στην πρώτη γραμμή τούς έδωσε την ευκαιρία να διαπιστώσουν με τα ίδια τους τα μάτια και να νιώσουν στο πετσί τους τον τρόπο και τον σκοπό λειτουργίας των ΜΑΤ και την βίαιη καταστολή τους. Η συγκεκριμένη ομάδα αποτελούνταν κυρίως από απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΣΥΡΙΖΑ και απέχοντες από τις εκλογικές διαδικασίες. Η συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν δημόσιοι υπάλληλοι, συνταξιούχοι, μεσήλικες κλπ. Αποτελούσαν την πιο πολυάριθμη κατηγορία.

–  Με αναφορά στον κομμουνισμό (3). Αυτή η κατηγορία ήταν κυρίως ψηφοφόροι του ΚΚΕ ή παλιά μέλη του που είχαν διαγραφεί και αναπαρήγαγαν σε μεγάλο βαθμό την επιχειρηματολογία του ενάντια στις συγκεντρώσεις («δεν θέλετε τα κόμματα» κλπ.), κάνοντας παράλληλα σκληρή κριτική στο ΚΚΕ για την στάση του απέναντι στις συγκεντρώσεις των «Αγανακτισμένων», αλλά και τις συγκεντρώσεις του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ που ξεκινούσαν από την Ομόνοια στις 10π.μ. και διαλύονταν στις 11π.μ. στους στύλους του Ολυμπίου Διός, απλά περνώντας μπροστά από την βουλή. Αυτή η κατηγορία προσέφερε πολλά στην διαδικασία των συνελεύσεων που δημιουργήθηκαν, προτείνοντας πιο ξεκάθαρα αιτήματα (αντίθετα με την τακτική της ηγεσίας του ΚΚΕ και των περισσότερων οργανώσεων) και μπολιάζοντας πολλές φορές με την λενινιστική αντίληψη την λειτουργία των συνελεύσεων που δημιουργήθηκαν από τους συγκεντρωθέντες. Η διαδικασία εκφασισμού της κοινωνίας δεν θα μπορούσε να μην αγγίξει και αυτή την κατηγορία διαμορφώνοντας ρατσιστικές (ενάντια στους μετανάστες) ή φασίζουσες (ενάντια στον συνομιλητή τους ή στην εμφάνισή του) απόψεις, οι οποίες όμως δεν ήταν κυρίαρχες.

– Μέλη οργανώσεων με αναφορά στην αριστερά (4). Αυτή η κατηγορία αποτελούνταν κυρίως από νέους (συνήθως φοιτητές). Στην αρχή ο αριθμός τους ήταν πολύ μικρός μιας και οι περισσότερες οργανώσεις και κόμματα της Αριστεράς είτε είχαν ταχθεί ενάντια στις διαδηλώσεις είτε δεν είχαν πάρει επίσημα θέση. Ήταν αρκετά δραστήριοι και συμμετείχαν σε πολλές ομάδες οργάνωσης των συγκεντρώσεων. Η προσπάθειά και η συμμετοχή τους είχε επικεντρωθεί σε ομάδες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις αποφάσεις των Λαϊκών συνελεύσεων, με αποτέλεσμα οι Λαϊκές συνελεύσεις σύντομα να παρουσιάζουν όλες αυτές τις παιδικές ασθένειες των κάθε είδους συντονιστικών που λαμβάνουν χώρα στις διάφορες εξάρσεις του εργατο-λαϊκού κινήματος. Θα περίμενε κάποιος ότι η παρουσία τόσων οργανωμένων στην οργάνωση των συνελεύσεων θα ανέβαζε το επίπεδο της πολιτικής συζήτησης και παράλληλα θα βοηθούσε στην σαφέστερη διατύπωση αιτημάτων και στόχων από αυτές. Τελικά συνέβηκε το αντίθετο. Πολλές από τις οργανώσεις αυτές πισωγύρισαν στα αιτήματά τους υιοθετώντας τα ασαφή και ατελή (δικαιολογημένα όμως γι’ αυτήν) αιτήματα της Λαϊκής Συνέλευσης «Είμαστε πολλοί, είναι 300», «Να φύγουν όλοι», «Να φύγουν Κυβέρνηση – Τρόικα – Μνημόνια», ξεχνώντας τα προηγούμενα αιτήματά τους για τη «διαγραφή του χρέους», την «έξοδο από το Ευρώ και την ΕΕ» κλπ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ψήφισμα της Λαϊκής Συνέλευσης του Συντάγματος που έβαζε θέμα εξόδου από την ΕΕ στα κεντρικά αιτήματά του, που εξαφανίστηκε δια μαγείας στα επόμενα ψηφίσματα με παρέμβαση συγκεκριμένων οργανώσεων που δεν το ενστερνίζονταν. Συνήθως η κατηγορία αυτή ήταν επιθετική και ειρωνική απέναντι σε απόψεις που διατυπώνονταν από αυτούς της (2) αρνούμενοι να προσπαθήσουν να αλλάξουν συνειδήσεις και να χτυπήσουν ρατσιστικές και φασίζουσες αντιλήψεις που είχαν διαμορφωθεί με το πέρασμα των χρόνων.

– Αναρχικοί – αντιεξουσιαστές (5). Η συγκεκριμένη κατηγορία ήταν που πρότεινε στην 1η Λαϊκή Συνέλευση το αίτημα για «Άμεση Δημοκρατία Τώρα», στη θέση του Ισπανικού «Πραγματική Δημοκρατία Τώρα!». Ήταν αυτοί που επικεντρώνονταν περισσότερο στην διαμόρφωση νέων κοινωνικών δομών χωρίς πρώτα την ανάλυση, πλήρη ρήξη, αντιμετώπιση και διάλυση των υπαρχόντων (όπως για παράδειγμα των δυνάμεων καταστολής). Η συγκεκριμένη (όπως και η προηγούμενη κατηγορία) ήταν, κυρίως, που επέμενε στην καθημερινή και εξαντλητική διαδικασία των συνελεύσεων για οποιοδήποτε θέμα προέκυπτε. Αυτό είχε σαν συνέπεια μια δικαιολογημένη κούραση και ανακύκλωση των ίδιων θεμάτων, απόψεων και διαφωνιών. Ήταν αυτή (που μαζί με την παραπάνω κατηγορία) επέμεναν στην συνέχιση των συνελεύσεων ακόμα και μετά τα μέσα καλοκαιριού, βγάζοντας και πομπώδη ψηφίσματα του τύπου «Δεν φεύγουμε αν δεν φύγουν», ενώ η πλειοψηφία του λαού είχε εγκαταλείψει τις συγκεντρώσεις (λόγω κούρασης, διακοπών, κτλ.). Αυτό είχε σαν συνέπεια ο δήμαρχος Καμίνης (της ΔΗΜ.ΑΡ και του ΠΑΣΟΚ) να δώσει εντολή για την είσοδο των ΜΑΤ στην πλατεία, όπου καταστράφηκε όλος ο εξοπλισμός και οι σκηνές που οι διαδηλωτές είχαν συγκεντρώσει, δημιουργώντας παράλληλα και προηγούμενο που όπως φάνηκε αργότερα ίσχυσε (δηλ. ξήλωμα και σύλληψη όποιου προσπαθήσει να στήσει σκηνή στην πλατεία). Παράλληλα, ήταν από εκείνους που αντιστάθηκαν σθεναρά και εμπόδισαν την δημιουργία δομών αντιπροσώπευσης των διαφόρων συνελεύσεων γειτονιάς, έτσι ώστε να έρθουν σε συντονισμό όσο βρίσκονταν σε μια δυναμική διαδικασία με την πολυάριθμη συμμετοχή κατοίκων. Μία αντιπροσώπευση που θα έδινε άλλη δυναμική στις συνελεύσεις γειτονιάς, μιας και γενικά παραγκωνίζονταν προς όφελος της συγκέντρωσης της πλατείας Συντάγματος. Το πιο παράδοξο αυτής της κατηγορίας ήταν το μίσος που εκδήλωνε σημαντική μερίδα αυτής προς την Ελληνική σημαία, ενώ ταυτόχρονα με την Ισπανική (που απεικονίζει και το βασιλικό στέμμα) δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Κάτι που βέβαια χρεώνεται στην συγκεκριμένη κατηγορία ήταν η δημιουργία πρωτοφανών (για τα δεδομένα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και του ατομικισμού που κυριάρχησε) δομών αλληλεγγύης μεταξύ των διαδηλωτών.

– Προοδευτικοί μαθητές – φοιτητές (6). Η συγκεκριμένη κατηγορία αποτελούνταν από πολύ ενθουσιώδεις μαθητές και φοιτητές που βλέποντας κάτι διαφορετικό και πρωτότυπο να συμβαίνει «έτρεξαν» να συμμετάσχουν. Στην κατηγορία αυτή ήταν κυρίως νέοι που έζησαν από κοντά την εξέγερση του Δεκέμβρη (ανεξαρτήτως αν ήταν στην 1η γραμμή ή όχι) και ήταν επηρεασμένοι από τα συνθήματά του («ενάντια στις τράπεζες», «στην αυξανόμενη ανεργία των νέων», κλπ.). Παράλληλα όμως, αρκετοί από αυτούς, μετά την εξέγερση επανήλθαν σε λογικές ατομικισμού και αποτελούσαν ένα σημαντικό κομμάτι των «μπλοκ της αντικατάληψης στις σχολές». Οι λόγοι που συνέβη αυτό δεν είναι ξεκάθαροι. Ο πιθανότερος λόγος είναι ότι δεν κατάφεραν στα πλαίσια της εξέγερσης του Δεκέμβρη να βρεθούν σε ένα χώρο όπου τόσο πολλές και διαφορετικές απόψεις πάνω στα καίρια ζητήματα της επικαιρότητας «συγκρούονταν» στην πιο καθαρή και εμβρυική μορφή τους. Η συγκεκριμένη κατηγορία κατάφερε να επωφεληθεί τα μέγιστα από αυτές τις συγκεντρώσεις. Η μεγάλη τους όρεξη να ακούσουν απόψεις που δεν είχαν την τύχη να ακούσουν πιο πριν πάνω στα θέματα που τους ενδιέφεραν και που ήταν στην επικαιρότητα (κρίση, εκπαίδευση, ελαστική εργασία, μετανάστες, κλπ.), τους οδήγησε σε μία πρωτόγνωρη πολιτική ωρίμανση και αλλαγή συνείδησης. Συνειδητοποίησαν την σημασία της λαϊκής αντιβίας, της αλληλεγγύης, της ανάγκης να περιγράψουμε μια κοινωνία νέα και δικαιότερη (που θα γεννηθεί όμως μέσα από την υπάρχουσα – χωρίς παρθενογένεση και στρουθοκαμηλισμούς) κλπ που πρέπει να αναπτύξει ένα κίνημα αν θέλει να είναι νικηφόρο.

 Οι παραπάνω κατηγορίες δίνουν σε μεγάλο βαθμό το στίγμα των ανθρώπων που συμμετείχαν σε αυτές τις διαδηλώσεις. Οι περισσότεροι που «γύριζαν την πλάτη» στις συγκεντρώσεις χρησιμοποιούσαν ως επιχείρημα την παρουσία της μίας ή της άλλης κατηγορίας. Πχ. φασίστες δεν συμμετείχαν γιατί υπήρχαν αναρχικοί (και καλά έκαναν), αναρχικοί – αντιεξουσιαστές γιατί υπήρχαν φασίστες στο πάνω μέρος της πλατείας, αριστεροί επειδή συμμετείχαν αναρχικοί είτε γιατί συμμετείχαν φασίστες είτε ακόμα – ακόμα επειδή συμμετείχαν κάποιοι που «τώρα τους ήρθε να διαδηλώσουν ενώ εμείς ήμασταν στους δρόμους και παλεύαμε τόσο καιρό». Παλιμπαιδισμοί…

 Προς το τέλος Ιούνη, όλοι αυτοί αναγνώρισαν τελικά τις συγκεντρώσεις, διαχωρίζοντάς τες σε πριν την απεργία και την καταστολή της 15ης Ιούνη και μετά από αυτήν. Αυτοί που προβαίνουν σε αυτόν τον διαχωρισμό αρνούνται να παραδεχθούν την τεράστια αλλαγή συνειδήσεων που πραγματοποιήθηκε γοργά και φυσιολογικά από τουλάχιστον ένα 15ήμερο συνεχών δράσεων, συζητήσεων κλπ. (με τα προβλήματα και τις αδυναμίες τους), αλλά και φυσικά από την καταστολή και την αντίσταση που είχε σαν σκοπό να κρατήσουμε ζωντανό τον αγώνα ΜΑΣ. Ειδικά αυτοί που είναι στον δρόμο καιρό θα έπρεπε να το καταλαβαίνουν.

 Από εκεί και πέρα, η συμμετοχή των συνδικάτων και η πρώτη 48ωρη απεργία που κήρυξε ποτέ η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ (ύστερα από πίεση των σωματείων) ήταν αυτές που έδωσαν στις συγκεντρώσεις τον χαρακτήρα του πιο οργανωμένου και συντονισμένου που κορύφωσε τον αγώνα μας στις 28-29 Ιούνη. Ήταν εκείνο που χρειαζόταν η πλατεία Συντάγματος για να πετύχει αυτό που προσπαθούσε με παρεμβάσεις στους χώρους δουλειάς όλο το προηγούμενο διάστημα: Την συμμαχία των εργαζομένων στην βάση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν και που στην πλειοψηφία τους είναι κοινά. Την οργάνωση της αντίστασης όχι μόνο με συγκεντρώσεις στις πλατείες (που τους μεγαλοεπιχειρηματίες και τους εφοπλιστές δεν τους αγγίζουν), αλλά με απεργίες που διακόπτουν την παραγωγή και βάζουν σε κίνδυνο τα κέρδη τους. Που αναδεικνύουν το παραγωγικό μπλακ – άουτ της χώρας από τότε που εντάχθηκε στην ΕΟΚ.

 Οι παρακαταθήκες των συγκεντρώσεων είναι πολλές. Αρχικά, οι δυνάμεις καταστολής (ΜΑΤ – ΔΙΑΣ – ΔΕΛΤΑ – Ασφαλίτες – Αστυνομία) έχουν κοινωνικά περιθωριοποιηθεί. Είναι πλέον ξεκάθαρος στο λαό ο ρόλος τους σαν μηχανισμός του κράτους για την καταστολή οποιουδήποτε καταπιεσμένου σηκώσει κεφάλι. Ταυτόχρονα, οι παραπάνω διαπιστώσεις συνδυάστηκαν με μαζική συμμετοχή λαού στην εκτεταμένη λαϊκή αντι-βία που ήρθε απόλυτα φυσιολογικά από τις σκηνές βίας που συμμετείχε ως μάρτυρας ή θύμα. Μέσα από τις παραπάνω διαπιστώσεις δικαιώθηκε και η βίαιη εξέγερση του Δεκέμβρη το 2008. Μία ακόμα παρακαταθήκη ήταν η βοήθεια από μικροεπαγγελματίες και μικροβιοτέχνες στην οργάνωση και στήριξη της δράσης της πλατείας Συντάγματος. Μικροεπαγγελματίες και μικροβιοτέχνες που ήξεραν ότι δεν μπορούν να κλείσουν το μαγαζί τους για να κατέβουν να δράσουν μαζί μας κάθε μέρα, γιατί το κύριο μέλημά τους αυτή την περίοδο ήταν πως να μειώσουν τα χρέη τους και να μην βάλουν λουκέτο, αλλά βοηθούσαν με όποιο τρόπο μπορούσαν και εξυπηρετούσε η επιχείρηση την οποία κατείχαν γιατί έβλεπαν ότι η πολιτική αυτή τους οδηγεί στην εξαθλίωση. Έβλεπαν ότι ο αγώνας αυτός ήταν ΚΑΙ προς το δικό τους όφελος, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι δεν μπορούν να ηγηθούν αυτού. Τέτοια ήταν πχ. φωτοτυπάδικα, φαγάδικα, ξενοδοχεία κλπ. Η σημαντικότερη όμως παρακαταθήκη αυτού κινήματος ήταν η (έστω και προσωρινή) διαφυγή από την ατομικότητα του καθενός. Η συνάντηση ανθρώπων που κλεισμένοι στα σπίτια τους, είχαν πειστεί ότι οι ίδιοι φταίνε για τα προβλήματά τους, μία προσπάθεια που το κράτος ενίσχυσε από το 2009 μέσω των ΜΜΕ και δηλώσεων όπως του Πάγκαλου ότι «μαζί τα φάγαμε». Συνάντηση ανθρώπων που η αριστερά καλούσε τόσα χρόνια να βγουν και να διαδηλώσουν. Να φωνάξουν. Να νικήσουν. Γιατί μπορούν!

 Τώρα όλοι αυτοί μπορεί να είναι και πάλι κλεισμένοι στα σπίτια τους, όμως έμαθαν. Έμαθαν ότι δεν φταίνε αυτή για την κρίση. Κι αν είχαν κάποιο μερίδιο ευθύνης ήταν γιατί αδιαφόρησαν. Τώρα όμως το κάθε σπίτι δεν κλαίει, αλλά βράζει.

  Πως συνεχίζουμε…

 Αυτή δεν είναι εύκολη ερώτηση, μιας και για να απαντήσουμε σε αυτό πρέπει να σκύψουμε πάνω από όλα τα σημεία σταθμούς της κινηματικής μας ιστορίας. Παράλληλα όμως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι copy – paste δεν πιάνουν εδώ. Το φοιτητικό κίνημα του Μάη – Ιούνη του 2006 αποδείχτηκε ότι ήταν το κατάλληλο να απαντήσει στη αντιεκπαιδευτική πολιτική που εφαρμοζόταν τότε. Απέτυχε όμως η στείρα αντιγραφή του το 2007, 2008 και το 2011 με το νέο νόμο πλαίσιο.

 Η εξέγερση του Δεκέμβρη το 2008 απαντούσε στις ανάγκες μιας γενικευμένης αντι-βίας στην βία της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που ασκούταν με πρώτο θύμα την νεολαία. Η ιστορία έδειξε ότι το 2009 η εξέγερση αυτή δεν ήταν πλέον η απάντηση που ψάχναμε.

 Το ίδιο λοιπόν και με το κίνημα των πλατειών. Όλοι λίγο-πολύ ξέραμε ότι οι πλατείες δύσκολα θα κέρδιζαν. Οι πλατείες εξελίχθηκαν σε μια αυτοψυχανάλυση. Μία ανάγκη που είχαμε όχι να δείξουμε πόσοι είμαστε στους κρατούντες, αλλά για να δούμε οι ίδιοι. Και είμαστε πολλοί. Πλέον το μάθαμε αυτό. Πως λοιπόν θα το αξιοποιήσουμε;

 Αρχικά, όλα τα παραπάνω κινήματα έχουν μία συγκεκριμένη αδυναμία. Να επικεντρώσουν σε συγκεκριμένα αιτήματα και να οργανώσουν συντονιστικά που να κάνουν αυτό για το οποίο δημιουργούνται. ΝΑ ΣΥΝΤΟΝΙΖΟΥΝ. ΟΧΙ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ. ΝΑ ΒΟΗΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΡΟΧΟΠΕΔΗ ΑΥΤΩΝ.

 Στην Ελλάδα του 2012 με τους ανέργους να αποτελούν επίσημα το 20% και ανεπίσημα το 30% και να μην έχουν δικαίωμα συμμετοχής στα σωματεία του κλάδου τους, σε συνδυασμό με την εργοδοτική τρομοκρατία και την έλλειψη συνδικαλιστικών φορέων στο μεγαλύτερο τμήμα του ιδιωτικού τομέα, ένας αγώνας μόνο των σωματείων θα απέκλειε την συντριπτική πλειοψηφία των καταπιεσμένων της χώρας.

 Από την άλλη, ένας αγώνας έξω και πέρα από τα σωματεία και τα συνδικάτα, είναι αδύνατο να απαντήσει στα προβλήματα της εργασίας, στις αυθαιρεσίες της εργοδοσίας, να εξειδικεύσει σε κάθε κλάδο, να περιγράψει την αυριανή Ελλάδα της εργασίας και να παλέψει για την δημιουργία της.

Πρέπει λοιπόν, να απαντήσουμε

  • με συνελεύσεις γειτονιάς που έχουν υποχρέωση να ξεπεράσουν τις παιδικές ασθένειες του Συντάγματος και που θα αναπτύξουν την αλληλεγγύη, θα μπλοκάρουν τον κρατικό μηχανισμό είσπραξης εσόδων μέσα από τα χαράτσια, θα χρησιμοποιήσουν χιλιοχρησιμοποιημένες αλλά και πρωτότυπες μεθόδους δράσεις, θα διαμορφώσουν σαφείς θέσεις – στόχους για το πως η χώρα θα σπάσει τις αλυσίδες της εξάρτησης τώρα, θα «μπολιάσουν» τον λαό με αυτές, σε συντονισμό βέβαια
  • με τα συνδικάτα που έχουν βγει σε απεργίες διαρκείας και μάχονται κατά των απολύσεων και των λουκέτων, τους εργαζόμενους που ξέρουν καλύτερα από τον καθένα την παραγωγή υπεραξίας και τις δυνατότητες της χώρας, παράλληλα όμως
  • αυτά πρέπει να συντονιστούν σε ένα ενιαίο δημοκρατικό συντονιστικό όπου το μέτρο της αντιπροσώπευσης θα εξασφαλίζει την ισότιμη συμμετοχή όλων των παραπάνω συνιστωσών. Που θα δημιουργήσει τις δικές του δομές αντιπληροφόρησης, θα είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει τους μηχανισμούς του κράτους που θα στραφούν εναντίον του, παράλληλα όμως

με μια αντιιμπεριαλιστική κίνηση – μέτωπο που θα θέτει στο προσκήνιο αυτές τις διεκδικήσεις, καθορίζοντας αυτή την ατζέντα της πολιτικής συζήτησης αντίθετα και ανεξάρτητα από εκείνη της τρόικας, της κυβέρνησης και της ΕΕ.

Έχουμε δρόμο λοιπόν ακόμα, αλλά καθόλου χρόνο για χάσιμο.

Δημοσιεύτηκε στον Λαμπτήρα Πυρακτώσεως (τεύχος 8ο, Φλεβάρης 2012)

Advertisements

Παρέμβαση της ΕΛΜΕ Πάρου-Αντιπάρου για τα χαράτσια

Στις 23/11 έγινε παρέμβαση από την ΕΛΜΕ Πάρου-Αντιπάρου στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου Πάρου. Η πρόεδρος της ΕΛΜΕ Πάρου – Αντιπάρου κ. Δέσποινα Χριστοφόρου και μέλος της Πορείας Αριστερής Εκπαιδευτικών είπε: «Δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στον δήμαρχο. Πρέπει να γίνει σαφής η στάση του στις συγκεντρώσεις που θα πηγαίνουμε. Αυτά που γίνονται πρέπει να τα μαθαίνει ο κόσμος. Αν ο δήμαρχος δεν θέλει να βοηθήσει πρέπει να ξεμπροστιαστεί στον κόσμο. Αν δεν συμφωνεί με τις κινητοποιήσεις μας να το πει ανοιχτά». Ο πρόεδρος του εμπορικού συλλόγου κ. Απ. Αλιπράντης είπε: «Ο δήμαρχος ξεκαθάρισε τη θέση του με όσα είπε για βοήθεια στις ομάδες που δεν μπορούν. Η νομική υπηρεσία του δήμου έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι δεν μπορεί να μας βοηθήσει».

http://poreiaekp.wordpress.com

Περί “τσαμπατζήδων”

του Δημήτρη Κ. ΤΡΙΜΗ

Όταν ομάδες πολιτών αρνούνται τη “νομιμότητα” σε ορισμένες πλευρές της καθημερινής τους ζωής και πολύ περισσότερο όταν ξεσπούν σκληρές απεργίες ή ταραχές είναι αυτονόητο να αναζητούμε τους ουσιαστικούς λόγους που οδηγούν σ’ αυτές τις “παραβατικές” κοινωνικές συμπεριφορές, πριν στιγματίσουμε τους πρωταγωνιστές τέτοιων “επεισοδίων” με τις ετικέτες “εγκληματίες”, “υποκινούμενοι”, “τσαμπατζήδες”, “αντικοινωνικά στοιχεία” κ.λπ.

Αυτή την εποχή, λ.χ, πολλές δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες μας δεν μπορούν να ανταποκριθούν -όσο κι αν θα το επιθυμούσαν- στις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς τις τράπεζες, τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ, την πληρωμή του ενοικίου τους, το φαγητό τους κ.ο.κ. Πρόκειται για ένα φαινόμενο επέκτασης της “ανομίας” των κακομαθημένων Ελλήνων, για μια “αντικοινωνική συμπεριφορά” εγγεγραμμένη στο γονίδιο μας, ή αποτελεί οδυνηρή συνέπεια της οικονομικής ύφεσης, της ανεργίας και της φτώχειας;

Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι απλή και αποδεκτή από τους περισσότερους: είναι χωρίς αμφιβολία τα αποτελέσματα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που επιβεβαιώνονται μάλιστα και από τις έστω και κατ’ επίφασιν φιλολαϊκές πολιτικές αποφάσεις που προσπαθεί να ακολουθήσει η κυβέρνηση, οι διοικήσεις των τραπεζών, των οργανισμών κοινής ωφέλειας, η Εκκλησία (με τους φιλόπτωχους μηχανισμούς της)… Ακόμα και η στάση ανοχής, σε κάποιο βαθμό, των ιδιοκτητών κατοικιών απέναντι στους νοικάρηδές τους, δείχνει ότι η φτωχοποίηση δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται ως “έγκλημα”. Μπροστά σ’ αυτές τις δραματικές εξελίξεις προωθούνται λύσεις αναδιάρθρωσης των χρεών των νοικοκυριών (χρονική επιμήκυνση της αποπληρωμής, “κούρεμα”, ειδικά τιμολόγια για φτωχούς, επιδότηση των απόρων, ένα πιάτο φαΐ κ.λπ) με στόχο να εκτονωθεί η λαϊκή δυσαρέσκεια, να μην εξοντωθούν οι άνθρωποι και όλοι μαζί να περιμένουμε την …έξοδο από την κρίση. Εδώ, λοιπόν, κυβέρνηση, οικονομική ελίτ και media, επιλέγουν τη ρητορική και μια ορισμένη πρακτική κατευνασμού και φιλανθρωπίας ενόψει του εκτεταμένου κοινωνικού προβλήματος. Αλλωστε, το ίδιο το κυρίαρχο πολιτικό και οικονομικό σύστημα -που διεκδικεί για το εαυτό του μια ανάλογη συμπεριφορά από τους δανειστές του (αναδιάρθρωση, “κούρεμα”, επιμήκυνση, φτηνή χρηματοδότηση, να έρθουν γρήγορα επενδύσεις κ.λπ), ώστε να αποφύγει την ανοιχτή χρεοκοπία- θα ήταν δύσκολο να συγκρουστεί για όμοιο λόγο τόσο χυδαία με το 25% του πληθυσμού της χώρας. Κανείς ασφαλώς παράγοντας της δημόσιας ζωής δεν θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τα πολλές χιλιάδες καταχρεωμένα νοικοκυριά ως τσαμπατζίδικα ακριβώς όπως ακριβώς δεν θα υπονόμευε με κανένα τρόπο την “εθνική προσπάθεια” χαρακτηρίζοντάς την τσαμπατζίδικη ή τσάμπα ελληνική μαγκιά προς τους εταίρους μας στην Ευρώπη και στο Δ.Ν.Τ. Προδότη θα τον λέγαμε όποιον τολμούσε να εκστομίσει τέτοιες κουβέντες.

Ωστόσο, η κοινωνική ματιά στα πράγματα και οι όποιες ευαισθησίες σταματούν απόλυτα και απότομα στις περιπτώσεις που οι “έκνομες” συμπεριφορές μερίδων πολιτών στρέφονται κατά του πλούτου άλλων τάξεων και στρωμάτων συμπολιτών τους. Σε θέματα, δηλαδή, που φέρνουν στην επιφάνεια το ζήτημα των αβυσσαλέων κοινωνικών ανισοτήτων στην σύγχρονη Ελλάδα. Σε τελευταία ανάλυση αυτό ζούμε τον τελευταίο καιρό με την υπόθεση του κινήματος “Δεν Πληρώνω” ή με τις πυκνές και απελπισμένες αντιστάσεις των εργαζομένων -που ουσιαστικά υπερασπίζονται το εισόδημά τους, τα δημόσια συστήματα ασφάλισης, εκπαίδευσης, συγκοινωνιών κ.λπ. Η προπαγάνδα της κυβέρνησης δεν κάνει τίποτα διαφορετικό από το να τρομοκρατεί δεξιά και αριστερά τους έτσι κι αλλιώς φοβισμένους πολίτες πως αν δεν δεχτούμε να πληρώνουμε ακριβότερες συγκοινωνίες, διόδια, ιατρικές υπηρεσίες, ηλεκτρισμό, φαγητό κ.λπ, ενώ παράλληλα πρέπει να αποδεχτούμε φτηνότερες και χειρότερες θέσεις εργασίας, τότε κάποιοι άλλοι αθώοι θα πρέπει να πληρώσουν για λογαριασμό μας ή, ακόμα χειρότερα, επειδή οι αθώοι νομιμόφρονες δεν μπορούν να πληρώνουν άλλο τους τσαμπατζήδες, θα οδηγηθούμε μαθηματικά στη χρεοκοπία και στο χάος. Ομως άθελά τους οι οπαδοί της τάξεως και του νόμου (και του Μνημονίου) ομολογούν ότι το πραγματικό ζήτημα στην Ελλάδα είναι ποιός, για ποιό λόγο και πόσα πληρώνει ώστε να έχουμε αληθινές κοινωνικές και ουσιαστικά δημόσιες υπηρεσίες προς εκείνους που κυρίως τις έχουν ανάγκη. Φανταστείτε, δηλαδή, να αρχίσουν να πληρώνουν αυξημένο φόρο επί των τραπεζικών καταθέσεων, των ομολόγων, των μετοχών και λοιπών χρηματοπιστωτιών προϊόντων που κατέχουν εντός και εκτός Ελλάδας οι “νομιμόφρονες” συμπολίτες μας, οι ραντιέρηδες, οι αεριτζήδες, οι μεγαλοϊδιοκτήτες κατοικιών και γης, το τοκογλυφικό τραπεζικό σύστημα, οι δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις και οι μεσαίοι εργοδότες που σπάνια πλήρωναν το ΙΚΑ, το ΦΠΑ, το ΤΕΒΕ, και ποτέ τον όποιο αναλογούντα φόρο του, επιμελώς και παράνομα, κρυμμένου εισοδήματός τους. Φανταστείτε να έβαζαν βαθιά το χέρι στην τσέπη τους οι πλούσιοι για να στηρίξουν τις συγκοινωνίες, τα νοσοκομεία, τα σχολεία, όλες τις δημόσιες υποδομές, αλλά και το δημόσιο χρέος της χώρας και ένα κάρο άλλες δαπάνες απαραίτητες για την ομαλή λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και μιας δικαιότερης κοινωνίας. Ασυνείδητα οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης και τα δημοσιογραφικά παπαγαλάκια τους μιλώντας με τόσο πάθος για “τσαμπατζήδες”, για την “επιβολή του νόμου, της τάξης και της ηθικής”, θέτοντας και το ρητορικό ερώτημα “ποιός πρέπει να πληρώνει”, μάς οδηγούν σε μια εναλλακτική, σοσιαλιστική πολιτική απάντηση: Να πληρώσουν οι πλούσιοι και να δημευτούν οι καταθέσεις τους στις Ελβετίες! Διαφορετικά αγαπητοί εκπρόσωποι της εξουσίας ετοιμάστε τους επόμενους “φράχτες” σας στην Εκάλη, στο Ψυχικό και στη Βουλιαγμένη.

Γράφτηκε στις 8.2.2011

Πηγή: iospress.gr